σεμνολογικῶς

σεμνολογικός
of
adverbial

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σεμνολογικός — ή, όν, ΜΑ [σεμνολόγος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε σοβαρό λόγο, σε ιεροπρεπή ομιλία. επίρρ... σεμνολογικῶς ΜΑ με σοβαρό λόγο, με σοβαρότητα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.